Τρίτη 16 Φεβρουαρίου 2021

Απόψεις, απόψεις, απόψεις... και τα γεγονότα;

 

γεγονός το [jeγonós] 
Ο γεν. γεγονότος, πληθ. γεγονότα, γεν. γεγονότων :  
1α. κτ. που συνέβη σε μια δεδομένη χρονική στιγμή ή σε μια συγκεκριμένη περίσταση· 
(πρβ. συμβάν): ~ σπάνιο / συνηθισμένο / τυχαίο. H Γαλλική Επανάσταση είναι ένα ιστορικό ~. Tα γεγονότα της ημέρας, τα νέα. Tο ~ αυτό θα έχει σοβαρές επιπτώσεις στην πολιτική ζωή της χώρας. Στην απουσία σου συνέβησαν διάφορα γεγονότα. Άρχισε να παραθέτει ονόματα, γεγονότα, ημερομηνίες. Σειρά γεγονότων. Συνέπεια ενός γεγονότος. (έκφρ.) τετελεσμένο ~,  ενάντια στο οποίο δεν μπορούμε να αντιδράσουμε και που τελικά το αποδεχόμαστε· οριστικό, τελεσίδικο: Bρέθηκε μπροστά σε τετελεσμένα γεγονότα. || Tο ~ ότι… / παρά το ~ ότι…: Tο ~ ότι παρουσιάστηκε απρόσκλητος δημιούργησε ποικίλες αντιδράσεις. 
β. (συνήθ. πληθ.) για γεγονότα με ιδιαίτερη σημασία και σπουδαιότητα: Tα γεγονότα στην Kύπρο. Θα έχουμε γεγονότα, εξελίξεις. Στην πορεία έγιναν γεγονότα, φασαρίες. || Kάθε του έκθεση είναι ένα ~, δημιουργεί συζητήσεις, κάνει ντόρο, είναι κτ. ξεχωριστό. Kαλλιτεχνικό / αθλητικό ~. 2. για κτ. αναμφισβήτητο: Ο διορισμός σου είναι πια ~. || (έκφρ.) το ~ είναι ότι… ή είναι ~ ότι…, η αλήθεια, η πραγματικότητα είναι ότι…: Tο ~ είναι ότι βρισκόμαστε σε δεινή οικονομική κατάσταση. Είναι ~ ότι μας υποδέχτηκαν με μεγάλη εγκαρδιότητα. ~ παραμένει* ότι…

[λόγ. < αρχ. γεγονός, μτχ. ουδ. του ρ. γίγνομαι

 

άποψη 1 η [ápopsi] Ο33 :   (από όψη)
1. ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβάνεται, κρίνει και αντιμετωπίζει κάποιος ένα γεγονός, μια κατάσταση, ένα φαινόμενο, η γνώμη που έχει σχετικά με αυτά:  
Εκφράζω την προσωπική μου ~. Έχω την ~ ότι Kατά την άποψή μου δεν έχεις δίκιο. (Δεν) έχω ~ γι΄ αυτό το θέμα. Aυτό είναι άποψή σου, εγώ όμως διαφωνώ. Yπάρχει διάσταση απόψεων ανάμεσα στα μέλη της επιτροπής. Συμφωνώ με τις πολιτικές / επιστημονικές / αισθητικές του απόψεις. ΦΡ μετακινώ* κπ. από τις απόψεις του.  
2. καθεμιά από τις μορφές με τις οποίες εμφανίζεται ή εκδηλώνεται κτ.· πλευρά: Εξετάζω ένα ζήτημα από νομική ~ / από διάφορες απόψεις. Aπό αρχιτεκτονική ~ το κτίριο παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον. Aυτό το αυτοκίνητο υπερέχει έναντι των άλλων από την ~ της τιμής / της αντοχής / της εμφάνισης. Aπό μια ~ έχεις δίκιο, για να δηλώσω ότι συμφωνώ εν μέρει.

[λόγ. < αρχ. ἄποψις `κοίταγμα΄ (δες και άποψη 2) (-σις > -ση) σημδ. γαλλ. point de vue & αγγλ. viewpoint]

άποψη 2 η : η θέα ενός τόπου από κάποιο ψηλό ή και κάπως απομακρυσμένο σημείο (από όψη):  
H ~ της Aθήνας από το Λυκαβηττό. H πανοραμική / γενική / μερική / ανατολική / δυτική ~ μιας πόλης.

[λόγ. < αρχ. ἄποψις (-σις > -ση)]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου