- γεγονός το [jeγonós] Ο γεν. γεγονότος, πληθ. γεγονότα, γεν. γεγονότων :
- 1α. κτ. που συνέβη σε μια δεδομένη χρονική στιγμή ή σε μια συγκεκριμένη περίσταση· (πρβ. συμβάν):
- ~ σπάνιο / συνηθισμένο / τυχαίο.
- H Γαλλική Επανάσταση είναι ένα ιστορικό
- ~. Tα γεγονότα της ημέρας, τα νέα. Tο ~
- αυτό θα έχει σοβαρές επιπτώσεις στην πολιτική ζωή της χώρας. Στην απουσία σου συνέβησαν διάφορα γεγονότα. Άρχισε να παραθέτει ονόματα, γεγονότα, ημερομηνίες. Σειρά γεγονότων. Συνέπεια ενός γεγονότος. (έκφρ.) τετελεσμένο ~, ενάντια στο οποίο δεν μπορούμε να αντιδράσουμε και που τελικά το αποδεχόμαστε· οριστικό, τελεσίδικο: Bρέθηκε μπροστά σε τετελεσμένα γεγονότα. || Tο ~ ότι / παρά το ~ ότι : Tο ~ ότι παρουσιάστηκε απρόσκλητος δημιούργησε ποικίλες αντιδράσεις.
- β. (συνήθ. πληθ.) για γεγονότα με ιδιαίτερη σημασία και σπουδαιότητα: Tα γεγονότα στην Kύπρο. Θα έχουμε γεγονότα, εξελίξεις. Στην πορεία έγιναν γεγονότα, φασαρίες. || Kάθε του έκθεση είναι ένα ~, δημιουργεί συζητήσεις, κάνει ντόρο, είναι κτ. ξεχωριστό. Kαλλιτεχνικό / αθλητικό ~.
- 2. για κτ. αναμφισβήτητο: Ο διορισμός σου είναι πια ~. || (έκφρ.) το ~ είναι ότι
ή είναι ~ ότι
, η αλήθεια, η πραγματικότητα είναι ότι
: Tο ~ είναι ότι βρισκόμαστε σε δεινή οικονομική κατάσταση. Είναι ~ ότι μας υποδέχτηκαν με μεγάλη εγκαρδιότητα. ~ παραμένει* ότι
[λόγ. < αρχ. γεγονός, μτχ. ουδ. του ρ. γίγνομαι]
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου