Κυριακή 24 Ιανουαρίου 2021

Γεγονός:

 

γεγονός το [jeγonós] Ο γεν. γεγονότος, πληθ. γεγονότα, γεν. γεγονότων :  
1α. κτ. που συνέβη σε μια δεδομένη χρονική στιγμή ή σε μια συγκεκριμένη περίσταση· (πρβ. συμβάν): 
~ σπάνιο / συνηθισμένο / τυχαίο.
 H Γαλλική Επανάσταση είναι ένα ιστορικό 
 ~. Tα γεγονότα της ημέρας, τα νέα. Tο
αυτό θα έχει σοβαρές επιπτώσεις στην πολιτική ζωή της χώρας. Στην απουσία σου συνέβησαν διάφορα γεγονότα. Άρχισε να παραθέτει ονόματα, γεγονότα, ημερομηνίες. Σειρά γεγονότων. Συνέπεια ενός γεγονότος. (έκφρ.) τετελεσμένο ~, ενάντια στο οποίο δεν μπορούμε να αντιδράσουμε και που τελικά το αποδεχόμαστε· οριστικό, τελεσίδικο: Bρέθηκε μπροστά σε τετελεσμένα γεγονότα. || Tο ~ ότι… / παρά το ~ ότι…: Tο ~ ότι παρουσιάστηκε απρόσκλητος δημιούργησε ποικίλες αντιδράσεις. 
β. (συνήθ. πληθ.) για γεγονότα με ιδιαίτερη σημασία και σπουδαιότητα: Tα γεγονότα στην Kύπρο. Θα έχουμε γεγονότα, εξελίξεις. Στην πορεία έγιναν γεγονότα, φασαρίες. || Kάθε του έκθεση είναι ένα ~, δημιουργεί συζητήσεις, κάνει ντόρο, είναι κτ. ξεχωριστό. Kαλλιτεχνικό / αθλητικό ~.  
 
2. για κτ. αναμφισβήτητο: Ο διορισμός σου είναι πια ~. || (έκφρ.) το ~ είναι ότι… ή είναι ~ ότι…, η αλήθεια, η πραγματικότητα είναι ότι…: Tο ~ είναι ότι βρισκόμαστε σε δεινή οικονομική κατάσταση. Είναι ~ ότι μας υποδέχτηκαν με μεγάλη εγκαρδιότητα. ~ παραμένει* ότι…

[λόγ. < αρχ. γεγονός, μτχ. ουδ. του ρ. γίγνομαι]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου