- συνωμοσία η [sinomosía] Ο25 :
- 1α.(νομ.) μυστική συνεννόηση ομάδας τριών τουλάχιστον ατόμων, που έχει σκοπό την ανατροπή μιας καθιερωμένης τάξης στον πολιτικό ή στο στρατιωτικό τομέα: Aξιωματικοί εξύφαναν ~ εναντίον της ηγεσίας του στρατού / για την ανατροπή της νόμιμης κυβέρνησης. Συμμετοχή σε ~. Οργάνωση / αποκάλυψη συνωμοσίας. H ~ άπλωσε τα πλοκάμια της. β. μυστικές και ύπουλες ενέργειες δύο ή περισσότερων προσώπων, με σκοπό τη βλάβη ή την εξουδετέρωση κάποιου άλλου: Έκαναν ολόκληρη ~ για να εμποδίσουν την προαγωγή του / για να ματαιώσουν τα σχέδια των πολιτικών αντιπάλων τους.
- 2.
μυστική συνεννόηση προσώπων ενός φιλικού ή συγγενικού κύκλου, που έχει
σκοπό την προστασία ή την εξυπηρέτηση μέλους ή μελών που ανήκουν σ΄
αυτό: Έγινε ~ ολόκληρης της οικογένειας, για να τον εμποδίσουν να πουλήσει την περιουσία του. || (έκφρ.) ~ σιωπής, συμφωνημένη άρνηση να μη γίνει κτ. γνωστό, να μην έρθει κτ. στη δημοσιότητα.
[λόγ.: 1: αρχ. συνωμοσία· 2: σημδ. γαλλ. conspiration]
- σκευωρία η [skevoría] Ο25 :
σχέδιο και χειρισμοί που χαρακτηρίζονται από μυστικότητα και δολιότητα,
στρέφονται εναντίον προσώπων ή θεσμών και αποβλέπουν στην επίτευξη
κάποιου συγκεκριμένου στόχου: Aποκαλύφθηκε ~ η οποία απέβλεπε στην ανατροπή του πολιτεύματος. Έπεσε θύμα σκευωρίας. Aυτό είναι καθαρή ~!
[λόγ. < αρχ. σκευωρία]
- δολοπλοκία η [δoloplokía] Ο25 :
ύπουλες και δόλιες ενέργειες που αποβλέπουν στην ηθική ή υλική βλάβη
του ανταγωνιστή ή αντιζήλου· πλεκτάνη, μηχανορραφία, ραδιουργία.
[λόγ. < αρχ. δολοπλοκία]
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου