Ετυμολογία
γνώση < γνῶσις < γιγνώσκω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *ǵneh₃-
Ουσιαστικό
γνώση θηλυκό- το να γνωρίζει κάποιος κάτι
- Δεν είχα γνώση της κατάστασης.
- οι πληροφορίες που αποκτά κάποιος και οι παραστάσεις που σχηματίζει για τον κόσμο και τα πράγματα μετά από την νοητική επεξεργασία των εμπειρικών δεδομένων
- Με τις μελέτες του απέκτησε πλούσιες γνώσεις.
- Ότι γνωρίζω σου ανήκει. Δεν αποκρύπτω γνώση. Δύναμή μου να κρίνω και να γεννώ νέα.
- (φιλοσοφία):
- το σύνολο των προτάσεων με τις οποίες περιγράφεται, κατανοείται κι ερμηνεύεται η πραγματικότητα
- η ουσία και τα αίτια ενός πράγματος ή γεγονότος
- η σύνεση
- γερόντου γνώση
- μνημονική καταγραφή εθίμων ή διαδικασιών
- Η χειρουργική απαιτεί γνώση κι εμπειρία.
- Ο χορευτής έχει γνώση χορού, ο φυσικός των πειραματικών δεδομένων μα ο πιστός μόνο πίστη και γνώση κειμένων.
Εκφράσεις
- έχουν γνώση οι φύλακες : για περιπτώσεις που οι υπεύθυνοι για κάτι έχουν λάβει τις απαραίτητες προφυλάξεις
- κοντά στο νου κι η γνώση : για κάτι που είναι / θεωρείται αυτονόητο
- στερνή μου γνώση να σε είχα πρώτα! : για λάθη που αναγνωρίζονται εκ των υστέρων
- εν γνώσει: γνωρίζοντας
- https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%93%CE%BD%CF%8E%CF%83%CE%B7
Κάποιοι λένε πώς αναζητούν την γνώση.
ΑπάντησηΔιαγραφήΠοιά γνώση ρε παιδιά;
Το θολό & ασαφές "γνώση" δεν σημαίνει τίποτα απολύτως.
Ποιά γνώση κατέχεις; Τι γνωρίζεις δηλαδή;
Να λύνεις μαθηματικά προβλήματα; να υπολογίζεις τις αποστάσεις των άστρων;
να κατασκευάζεις μηχανές; να μαγειρεύεις θαλασσινά;
Τι γνωρίζεις;
Αναρωτιέμαι αν είναι μόνον υπόθεση βλακείας η αναφορά στην "γνώση" χωρίς συγκεκριμένα στοιχεία & εξηγήσεις.