Δευτέρα 17 Φεβρουαρίου 2020

Γνώση. Κάθε γνώση έχει ονοματεπώνυμο.

Ετυμολογία

γνώση < γνῶσις < γιγνώσκω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *ǵneh₃-

  Ουσιαστικό

γνώση θηλυκό
  1. το να γνωρίζει κάποιος κάτι
    Δεν είχα γνώση της κατάστασης.
  2. οι πληροφορίες που αποκτά κάποιος και οι παραστάσεις που σχηματίζει για τον κόσμο και τα πράγματα μετά από την νοητική επεξεργασία των εμπειρικών δεδομένων
    Με τις μελέτες του απέκτησε πλούσιες γνώσεις.
    Ότι γνωρίζω σου ανήκει. Δεν αποκρύπτω γνώση. Δύναμή μου να κρίνω και να γεννώ νέα.
  3. (φιλοσοφία):
    1. το σύνολο των προτάσεων με τις οποίες περιγράφεται, κατανοείται κι ερμηνεύεται η πραγματικότητα
    2. η ουσία και τα αίτια ενός πράγματος ή γεγονότος
  4. η σύνεση
    γερόντου γνώση
  5. μνημονική καταγραφή εθίμων ή διαδικασιών
    Η χειρουργική απαιτεί γνώση κι εμπειρία.
    Ο χορευτής έχει γνώση χορού, ο φυσικός των πειραματικών δεδομένων μα ο πιστός μόνο πίστη και γνώση κειμένων.

Εκφράσεις

  • έχουν γνώση οι φύλακες : για περιπτώσεις που οι υπεύθυνοι για κάτι έχουν λάβει τις απαραίτητες προφυλάξεις
  • κοντά στο νου κι η γνώση : για κάτι που είναι / θεωρείται αυτονόητο
  • στερνή μου γνώση να σε είχα πρώτα! : για λάθη που αναγνωρίζονται εκ των υστέρων
  • εν γνώσει: γνωρίζοντας
  •  https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%93%CE%BD%CF%8E%CF%83%CE%B7

1 σχόλιο:

  1. Κάποιοι λένε πώς αναζητούν την γνώση.
    Ποιά γνώση ρε παιδιά;
    Το θολό & ασαφές "γνώση" δεν σημαίνει τίποτα απολύτως.
    Ποιά γνώση κατέχεις; Τι γνωρίζεις δηλαδή;
    Να λύνεις μαθηματικά προβλήματα; να υπολογίζεις τις αποστάσεις των άστρων;
    να κατασκευάζεις μηχανές; να μαγειρεύεις θαλασσινά;
    Τι γνωρίζεις;
    Αναρωτιέμαι αν είναι μόνον υπόθεση βλακείας η αναφορά στην "γνώση" χωρίς συγκεκριμένα στοιχεία & εξηγήσεις.

    ΑπάντησηΔιαγραφή